|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο tackle παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: luff
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | tackle [sb]⇒ vtr | (sports: bring to ground) | κάνω τάκλιν σε κπ περίφρ | | | The rugby player tackled a member of the opposing team, knocking him to the ground. | | | Ο παίκτης του ράγκμπι έκανε τάκλιν σε ένα μέλος της αντίπαλης ομάδας ρίχνοντάς τον στο έδαφος. | | tackle [sb] vtr | (soccer: attempt to get ball) | κάνω τάκλιν σε κπ περίφρ | | | The football player tackled a member of the opposing team and succeeded in getting the ball away from him. | | | Ο ποδοσφαιριστής έκανε τάκλιν σε ένα μέλος της αντίπαλης ομάδας και κατάφερε να του κλέψει την μπάλα. | | tackle [sth]⇒ vtr | (problem) | αντιμετωπίζω ρ μ | | | The shopkeeper tackled the problem of shoplifting by installing CCTV. | | | Ο καταστηματάρχης αντιμετώπισε το πρόβλημα των κλοπών από το μαγαζί του εγκαθιστώντας κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. | | tackle n | (sports: bring to ground) | τάκλιν ουσ ουδ άκλ | | | The tackle stopped the rugby player from scoring a try. | | | Το τάκλιν σταμάτησε τον παίκτη του ράγκμπι από το να σκοράρει ένα try. | | tackle n | (soccer: attempt to get ball) | τάκλιν ουσ ουδ άκλ | | | The home team player's tackle was unsuccessful and the away team went on to score. | | | Το τάκλιν του παίκτη της εντός έδρας ομάδας ήταν αποτυχημένο και η εκτός έδρας ομάδα σκόραρε. | | tackle n | (fishing gear) | σύνεργα ουσ ουδ πλ | | | | εξοπλισμός ουσ αρσ | | | (κατά λέξη) | σύνεργα ψαρέματος περίφρ | | | | εξοπλισμός ψαρέματος περίφρ | | | The fisherman set out for the river, carrying all his tackle. | | | Ο ψαράς ξεκίνησε για το ποτάμι κουβαλώντας όλο του τον εξοπλισμό. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | tackle n | (hoisting apparatus) | παλάγκο ουσ ουδ | | | | σύσπαστο ουσ ουδ | | | The workers used a tackle to lift the heavy load. | | tackle n | (nautical: rigging) (ναυτιλία) | εξαρτία, εξάρτιση ουσ θηλ | | | | εξαρτισμός ουσ αρσ | | | The crew checked the ship's tackle, before setting off on their journey. | | | Το πλήρωμα έλεγξε την εξάρτιση του πλοίου, προτού ξεκινήσει το ταξίδι. | tackle, wedding tackle n | UK, slang (male genitals) (μεταφορικά, αργκό: ανδρικό μόριο) | εργαλείο ουσ ουδ | | | (αργκό, χυδαίο) | πούτσος ουσ αρσ | | | Simon opened his fly and showed Marie his tackle. | | tackle [sb]⇒ vtr | (confront) | μιλάω σε κπ ρ αμ + πρόθ | | | | συζητώ με κπ ρ αμ + πρόθ | | | Emily tackled her husband over his drinking. |
|
|